Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

H νύχτα των τανκς



21/04/2017
Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη                          http://vathikokkino.gr
«Το Έθνος μας είναι σε αναβρασμό. Οι φοιτητές επαναστατούν και διαπράττουν βιαιότητες. Οι κομουνιστές επιζητούν να καταστρέφουν τη χώρα μας. Χρειαζόμαστε Νόμο και Τάξη… Ναι, χωρίς Νομό και Τάξη το έθνος μας δεν μπορεί να επιζήσει…»
Αδόλφος Χίτλερ, Αμβούργο 1932.
Εκείνη η απριλιάτικη νύχτα στην Αθήνα ήταν η αποθέωση της ανοιξιάτικης ομορφιάς. Οι λουλουδιασμένες δεντροστοιχίες, οι γλάστρες στα μπαλκόνια και ο βασιλικός κήπος σκόρπιζαν μεθυστικά αρώματα, που ενώνονταν με την αύρα του Σαρωνικού.
Δυο μετά τα μεσάνυχτα.
Σχεδόν ερημιά στους δρόμους της Αθήνας. Και οι λιγοστοί διαβάτες, ναρκωμένοι από την έκσταση της ανοιξιάτικης βραδιάς, αργοδιάβαιναν προς τα σπίτια τους. Και αύριο έτσι θάναι…
Η Σκιά προχωρούσε μέσα στο σκοτάδι. Είχε ανηφορίσει από το Κουκάκι τη λεωφόρο Συγγρού και τώρα έμπαινε στην Αμαλίας. Οι θεόρατες κολώνες του Ολυμπίου Διός φάνταζαν από μακριά σα γιγάντιος χορός αρχαίας τραγωδίας, που είκοσι τόσους αιώνες δεν κουράστηκε να παραστέκεται πιστός θαυμαστής του λιτού κάλλους του αντικρινού Παρθενώνα.
Η Σκιά δεν ήξερε από αρχαία ελληνική Ιστορία. Και δεν είχε ανεβεί ποτέ στον ιερό βράχο. Ήταν μια ταπεινή καθαρίστρια, γύρω στα εξήντα, που ο κόσμος όλος γι’ αυτήν ήταν το σπιτικό της. Μα το σπιτικό της, τώρα και κάμποσα χρόνια, ήταν λειψό. Εκεί στα 1948 ή 49, δε θυμότανε καλά, είχε χάσει τον άντρα της. Καλός άνθρωπος, δουλευτής, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δυο αγόρια δίδυμα. Αλλά τότε στην Κατοχή είχε μπλέξει με την αντίσταση. Πολέμησε τους Γερμανούς ναζί στο βουνό. Λαβώθηκε δυο – τρεις φορές, πιάστηκε, βασανίστηκε, δραπέτευσε. Δόξα σοι ο Θεός, όλα πήγαν καλά. Κι όταν λευτερώθηκε η πατρίδα, στις 12 Οκτωβρίου 1944 – τη θυμάται πάντα εκείνη τη μεγάλη μέρα, που ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και γιόρταζε ξέφρενα τη λευτεριά του
– ο άντρας εκείνος που είχε τη σκληράδα του βράχου πήγε στην εκκλησία και άναψε ένα κερί. Και έκλαψε. Ναι, έκλαψε – πρώτη φορά στη ζωή του.
Τη θυμάται καλά αυτή τη σκηνή η Σκιά και την ξαναφέρνει στη θύμησή της, καθώς προχωρεί για να στρίψει στη Βασιλίσσης Σοφίας.


Αλλά να, το μυαλό της δεν μπορεί να χωρέσει τα κατοπινά. Τρεις μήνες έπειτα από την Απελευθέρωση η αστυνομία χτύπησε την πόρτα του σπιτιού.
Στο αστυνομικό τμήμα δεν του έκαναν πολλές ερωτήσεις:
— Πού ήσουνα στην Κατοχή;
—Πάνω στο βουνό.
—Με ποιους;
— Με κείνους που πολέμαγαν τους Γερμανούς.
— Πάρτε τον…
Πέρασε αργότερα από στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν ότι «συνήργησε» στο φόνο 147 εθνικοφρόνων πολιτών που βρέθηκαν τα πτώματά τους στην «πηγάδα« του Μελιγαλά. Άσκοπα προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν είχε πάρει μέρος στη μάχη του Μελιγαλά, ότι δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στο Μωρηά και ότι στα χρόνια της Κατοχής πολεμούσε στη Ρούμελη και στη Θεσσαλία. Πουθενά αλλού.
— Και ποιος σε παρέσυρε στο βουνό; τον ρώτησε ένας στρατοδίκης.
— Η συνείδησή μου.
Καταδικάστηκε παμψηφεί «εις θάνατον». Και έζησε τρία χρόνια στη φυλακή. Στην αρχή η αγωνία του μελλοθάνατου δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Αργότερα το συνήθισε κι αυτό.
Με το πέρασμα του καιρού άρχισε να πιστεύει ότι τον είχαν ξεχάσει. Όταν όμως σκοτώθηκε κάποιος υπουργός, τότε το κράτος — που δεν είχε αποβάλει την κατοχική φιλοσοφία του ναζισμού περί συλλογικής ευθύνης — θέλησε να ξεπλύνει το αίμα του υπουργού μέσα σ’ ένα ποτάμι «εχθρικού» αίματος. Και η εύκολη λεία ήσαν οι ξεχασμένοι μελλοθάνατοι της φυλακής. Ξεσκονίστηκαν παλιές δικογραφίες και δόθηκαν «προς άμεσον εκτέλεσιν». Οι Γερμανοί συνήθιζαν να σκοτώνουν 200 Έλληνες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Αλλά εδώ δεν ήταν στρατιώτης. Ήταν υπουργός…
Η γυναίκα του δεν ήξερε τίποτα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στο «επισκεπτήριο» της Πέμπτης, πήγε να τον δει και να του πάει μαγειρεμένο φαΐ.
-Tι περιμένεις; τη ρώτησε ένας φύλακας.
—Τον άντρα μου.
—Δεν ξέρω, της αποκρίθηκε κοροϊδευτικά, αν είναι στην κόλαση ή στον παράδεισο. Εδώ πάντως δεν είναι…
Τα θυμάται όλα αυτά καθώς περπατάει. Και νοιώθει ένα σούβλισμα στην καρδιά και στο μυαλό. Είχε στρίψει στα ανθοπωλεία και άρχισε ν’ ανεβαίνει την Βασιλίσσης Σοφίας. Τότε έσκισε το σκοτάδι η στριγκλιά:
—Αλτ, ή πυροβολώ !
Σάστισε. Και είδε. Ένας πελώριος γίγαντας από ατσάλι, ένα τανκ, της έφραζε το δρόμο. Μια κάνη έτοιμη να ρίξει ήταν στραμμένη απάνω της. Και πίσω από το τανκ, και πλάι, άλλα ατσαλένια τέρατα.
— Πίσω! Απαγορεύεται. (Πάλι η στριγκλή φωνή).
Συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και είπε:
— Πάω στο υπουργείο εδώ απέναντι. Είμαι καθαρίστρια. Θα χάσω το μεροκάματο.
— Φύγε, γιατί στην άναψα!
Το ατσάλι και η φωνή δεν αστειεύονταν. Η Σκιά έκανε πίσω και κάνοντας το σταυρό της χάθηκε στο σκοτάδι.
T’ άστρα τρεμόσβηναν. Ξημέρωνε η 21η Απριλίου 1967, η κοσμοσωτήρια ημέρα που η δημοκρατία θάφτηκε στη γη που γεννήθηκε…
Δυο και τέταρτο η ώρα. Οδηγώντας από το Παλιό Φάληρο προς την Αθήνα, με ολάνοιχτα τα παράθυρα του αυτοκινήτου, ένοιωθα το μυρωμένο ανασασμό από τις γλυσίνες και τα αγιοκλήματα. Η παρουσία της ομορφιάς δεν σκιαζότανε από τίποτα. Κανένα προμήνυμα καταιγίδας.
Στο Ζάππειο, στην πολυθόρυβη πλατεία Συντάγματος, τίποτα το ξεχωριστό. Η συνηθισμένη κίνηση της νυχτερινής Αθήνας. Οι σχεδόν μόνιμοι ξενύχτηδες, οι πελάτες των μπαρ και των καμπαρέ, οι ταξιτζήδες προσμένοντας τον τελευταίο πελάτη, τα γκαρσόνια, οι μουσικοί, οι καθαρίστριες. Πού και πού κάποιος αστυφύλακας της Τροχαίας.
Αρκετοί ξένοι τουρίστες ξαπλωμένοι στις πολυθρόνες του «Παπασπύρου», έξω στο πεζοδρόμιο, απολάμβαναν τη μουσική της ελληνικής νύχτας, τιτιβίζοντας σ’ όλες τις γλώσσες της υφηλίου. Κανένας δεν υποψιαζότανε ότι πίσω από τη ρουτίνα και την ήμερη ομορφιά του Απρίλη είχε αρχίσει το ξετύλιγμα της τραγωδίας.
Στα γραφεία της εφημερίδας ο πολύπλοκος μηχανισμός λειτουργίας δούλευε απόψε κάπως νωθρά, αλλά με την ίδια σχολαστική ακρίβεια. Στο γραφείο πληροφοριών η συζήτηση γύρω από τα αποτελέσματα του ποδοσφαίρου είχε ζωηρέψει. Οι κλητήρες ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες μεταφέροντας τροφή στις λινοτυπικές μηχανές.
Στου αρχισυντάκτη το γραφείο ούτε ίχνος από τον πυρετό των «μεγάλων ημερών». Κάποιος παραπονείται ότι δεν βρήκε χώρο για το αυτοκίνητό του. Ο αρχισυντάκτης με το ψαλίδι στο χέρι κόβει φωτογραφίες. Συγκρατώντας ένα χασμουρητό, κυττάζει ταυτόχρονα τα δελτία των ξένων πρακτορείων και απαντά από το τηλέφωνο «Όχι, τίποτα το σπουδαίο απόψε. Αναμασήματα. Καληνύχτα».
Μόνος στο γραφείο μου. Μια ανεξήγητα άσχημη προαίσθηση μ’ έχει ζώσει. Γιατί σ’ αυτή την πανέμορφη νύχτα νάχει εισχωρήσει η οσμή της νέκρας; Τι έχει πεθάνει απόψε και δεν το ξέρουμε; Από πού έρχεται τούτο το προμήνυμα του ολέθρου; Πάνω στο τραπέζι ένα σημείωμα έγραφε: «Ώρα 1.30′ πρωινή. Σας ζήτησε στο τηλέφωνο ο Γεώργιος Παπανδρέου. Είπε ότι είναι ανάγκη να του τηλεφωνήσετε».
Δεν ήταν ασυνήθιστο ένα τηλεφώνημα του μεγάλου «Γέρου». Ήταν όμως ασυνήθιστη η ώρα. 1.30′ μετά τα μεσάνυχτα. Κι έπειτα είχαμε επικοινωνήσει στις 11 το βράδυ. Τι μεσολάβησε μέσα στη νύχτα; Ας είναι. Θα το μάθουμε τώρα. Είχε γίνει η κίνηση του χεριού προς τη συσκευή του τηλεφώνου, όταν την πρόλαβε το κουδούνισμα.
Σήκωσα το ακουστικό.
— Μίλα καθαρά. Δεν καταλαβαίνω τι λες, είπα στην τρομαγμένη φωνή που ακουγόταν από την άλλη άκρη του σύρματος.
—Έχουμε στρατιωτική δικτατορία, μπόρεσε να πει. Τα μηχανοκίνητα κατεβαίνουν από το Γουδί σε σχηματισμό μάχης. Απαγορεύεται η κυκλοφορία. Γίνονται χιλιάδες συλλήψεις…
Σαν αστραπή άλλαξε το σκηνικό της εφημερίδας. Τα χασμουρητά διαδέχτηκε ο πυρετός. Μια μικρή στρατιά από ρεπόρτερς ξεκίνησε τρέχοντας για να φέρει πληροφορίες. Τα τηλέφωνα δούλευαν συνέχεια.
Σκέφτηκα ότι εκείνος που κινδύνευε περισσότερο από κάθε άλλον ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Σχημάτισα τον αριθμό του τηλεφώνου του στο Ψυχικό. Με το πρώτο κουδούνισμα ακούστηκε μια σπαρακτική γυναικεία φωνή:
— Ποιος είναι; Τι θέλετε;
— Είπα τ’ όνομά μου.
— Τώρα μόλις πήραν τον άντρα μου. Είναι πληγωμένος. Θα τον σκοτώσουν. Βοηθείστε με να…
Ένα «κλικ» έκοψε στη μέση τη φωνή της Μάργκαρετ Παπανδρέου. Η γραμμή κόπηκε. Από κείνη τη στιγμή όλη η Αθήνα, όλη η Ελλάδα βυθίστηκε σ’ ένα βαθύ τηλεφωνικό ύπνο.
Χωρίς ελπίδα έκανα την απόπειρα να πάρω το Καστρί. Μάταιη προσπάθεια. Κομμένη η γραμμή. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε συλληφθεί σαν κοινός κακοποιός. Την ίδια τύχη είχε και ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μερικοί υπουργοί του, ο κοινοβουλευτικός αρχηγός της αριστεράς Ηλίας Ηλιού, πολλοί βουλευτές, δημοσιογράφοι, προσωπικότητες της τέχνης και της επιστήμης και χιλιάδες απλών ανώνυμων ανθρώπων.
Από το ανοιχτό παράθυρο τα άστρα τρεμόσβηναν. Ένα γαλατένιο χρώμα απλωνότανε στον ουρανό της Αθήνας.
********************
Στο Ψυχικό, ένα πνιγμένο στα λουλούδια κοντινό προάστιο της Αθήνας, η παλιά αρχοντική βίλλα της οδού Χρυσανθέμων δεν κοιμάται. Το φως στο μεγάλο χολλ είναι αναμμένο. Δυο άντρες κάθονται στις πολυθρόνες αμίλητοι. Μοιάζει σα να περιμένουν κάτι.
—Πιστεύετε ότι όλα θα πάνε καλά; ρωτάει ο νεώτερος.
— Ναι!
Η σιωπή απλώνεται και πάλι. Ακούγεται ο ήχος του σπίρτου που ανάβει ο νεώτερος την πίπα του. Και πάλι σιωπή.
Και οι δυο είναι Αμερικανοί. Δουλεύουνε για την CIA στην Ελλάδα. Και οι δυο αγαπούν τη χώρα που τους έχουν στείλει να φρονιμέψουν. Αγαπούν τη ρετσίνα, τα ψάρια, τα νησιά και τη θάλασσα. Αγαπούν ακόμη τα κορίτσια της Αθήνας. Γνήσιοι φιλέλληνες.
Το τηλέφωνο κουδουνίζει. Δεν το σηκώνει κανείς αμέσως. Δυο, τρία, τέσσερα… Στο πέμπτο κουδούνισμα ο νεαρός σηκώνει το ακουστικό:
— Εσείς;
— Ναι, εγώ.
— Μπορώ να μιλήσω στον αρχηγό;
Ένα ανεπαίσθητο νεύμα από την απέναντι πολυθρόνα υπαγορεύει την απάντηση. —Όχι. Είναι απασχολημένος. Πέστε σε μένα ό,τι έχετε να πείτε.
—Όλα εν τάξει.
—Απολύτως;
—Απολύτως.
— Καλά. Πάρτε με πάλι σε μια ώρα.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο έσπασε την παγερή όψη του αρχηγού.
***********************
Στη μια και τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα, στο σταυροδρόμι των Αμπελόκηπων, πρόβαλαν βαρύγδουπα τα πρώτα τανκς με τα κανόνια και τα πολυβόλα στραμμένα κατά του εχθρού, κατά της πολιτείας που κοιμότανε. Είναι Σέρμαν και Πάττον Μ – 47, απ’ αυτά που εφοδιάζει η Αμερική τις χώρες του NATO. Προχωρούν αργά σ’ όλο το πλάτος της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με τα αριστοκρατικά μέγαρα και τους κρεμαστούς κήπους των μοντέρνων πολυκατοικιών. Εδώ δεξιά ξεχωρίζει με τον καταπράσινο περίγυρό του το κατάλευκο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα του Γκρόπιους, η αμερικανική πρεσβεία. Η έδρα των αφεντικών. Τα μηχανοκίνητα όλο προχωρούν ακολουθούμενα από μοτοσυκλετιστές.
Ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός διευθύνει την πολεμική επιχείρηση. Κοιτάζει το ρολόι του, παίρνει και δίνει διαταγές με το ασύρματο – τηλέφωνο. Ο ανθρωπάκος προσπαθεί να πάρει ύφος Πρώσσου βαρόνου. Πιστεύει ότι χαράσσει την ειμαρμένη της Ελλάδας. Κάποτε είχε δει στο θέατρο μια όπερα του Βάγκνερ και από τότε — ποιος ξέρει γιατί — κόλλησε στο αδύνατο μυαλό του ο Καλπασμός των Βαλκυριών.
Ίσως αυτό να φταίει που φαντάζεται τον εαυτό του βγαλμένο κατευθείαν από τους παλιούς γερμανικούς μύθους και σταλμένο από τη μοίρα να σώσει τον τόπο από την κατάρα της δημοκρατίας. Ο θόρυβος που κάνουν τα μοτέρ και οι ερπύστριες καθώς αυλακώνουν την άσφαλτο μετουσιώνεται από την αρρωστημένη τούτη ψυχή σε θεία μουσική του Βάγκνερ. Το βλέμμα του απλώνεται στο σκοτάδι της νύχτας. Ίσως να θυμάται ότι πριν 26 χρόνια, μια απριλιάτικη πάλι μέρα, τα θωρακισμένα του Γ’ Ράιχ έμπαιναν στην Αθήνα από την ίδια ακριβώς πύλη, στον ίδιο ακριβώς δρόμο. Και τότε κάποιος Φον… ορθός μέσα από τον πυργίσκο του τανκ έδινε διαταγές και κατηύθυνε την πολεμική επιχείρηση της Αθήνας. Τότε τα θωρακισμένα του Φύρερ. Απόψε τα τανκς του NATO.
Ο ταξίαρχος Παττακός ερευνά με τα κιάλια τον πλατύ δρόμο που ξεδιπλώνεται μπροστά του. Ερημιά. Καθώς η φάλαγγα κινείται ξεπροβάλλει μέσα στα κτίρια η Ακρόπολη σε μια υποψία πορφυρένιας όψης, σα ντροπιασμένη για τα όσα γίνονται στην πολιτεία των τριών χιλιάδων χρόνων. Ανθρώπινη ψυχή πουθενά. Με τον ασύρματο ο Παττακός αναφέρει: «Ουδαμού συνήντησα εχθρόν. Προελαύνω προς Ραδιοφωνικόν Σταθμόν, Βουλήν, Ανάκτορα και Οργανισμόν Τηλεπικοινωνιών».
Η σιδερένια φάλαγγα έχει φθάσει στην οδό Ηρώδου του Αττικού, στο δρόμο των Ανακτόρων. Μια μοίρα θωρακισμένων, ένα κομμάτι ατσαλένιου φιδιού, αποσπάται και στρίβει αριστερά, κάτω από τις νερατζιές του βασιλικού κήπου. Ο κορμός του φιδιού σταματάει στα Παλιά Ανάκτορα. Όλα εκτελούνται με θαυμαστή ακρίβεια. Το σχέδιο «Προμηθεύς» έχει προβλέψει και την τελευταία λεπτομέρεια. Για την εξουδετέρωση του εχθρού εντέλλεται: «Συντρίψατε αδιστάκτως τυχόν εχθρικήν αντίστασιν».
Ο εχθρός κοιμάται αμέριμνος. Κοιμάται και νοιώθει ελεύθερος. Το πρωί θα ξυπνήσει σκλάβος. Την ψυχή του θα την έχει πατήσει η φασιστική μπότα. Το ίδιο όπως τότε…
*************************
… Ενώ τα μηχανοκίνητα του Παττακού ολοκλήρωναν την κατάληψη των νευραλγικών σημείων του κράτους άλλες στρατιωτικές δυνάμεις δούλεψαν σκληρά όλη τη νύχτα και την ημέρα και έφεραν σε νικηφόρο πέρας την επιχείρηση «Συλλήψεις επικινδύνων στοιχείων». Ανώτατος αρχηγός της επιχειρήσεως ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς. Μέσα σ’ ελάχιστες ώρες, από τη μία ως τις 5 το πρωί, είχαν συλληφθεί μέσα στα σπίτια τους, ενώ κοιμόντουσαν, γύρω στους 10.000 Αθηναίοι και Πειραιώτες: Η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η κατάσταση υγείας δεν έπαιζαν κανένα ανασταλτικό ρόλο. Γέροι 70 και 75 χρονών στοιβάχτηκαν με νέους και κορίτσια 16 και 17 χρονών μέσα στα καμιόνια σαν σαρδέλες κονσερβαρισμένες. Κι αν κανένας φώναζε ότι δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει, ο υποκόπανος των όπλων ανελάμβανε να επιβάλει το Νόμο και την Τάξη.
Η διαδικασία των συλλήψεων ήταν σχετικά μονότονη. Έξω από κάθε σπίτι, που οι αμερικανικοί ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι είχαν αποφανθεί ότι ήταν ύποπτο, σταματούσε ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες και ένα άδειο καμιόνι. Ο επικεφαλής αξιωματικός χτυπούσε την πόρτα και αν δεν άνοιγε αμέσως οι στρατιώτες την έσπαζαν με τσεκούρια. Συνήθως η οικογένεια ξυπνούσε έντρομη. Τα παιδιά τσίριζαν καθώς έρχονταν σ’ επαφή με την αγριάδα των νυκτερινών επισκεπτών και τις προτεταμένες ξιφολόγχες τους. Τους έδιναν προθεσμία δυο λεπτών για να ντυθούν. Πολλοί σύρθηκαν με τις πυτζάμες ή με τα εσώρουχα. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που η μοίρα — δηλαδή οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι — είχε σημαδέψει και τους δυο συζύγους. Τότε η μάνα έπαιρνε μαζί της και το πιο μωρό. Τα άλλα κλαψούριζαν και έμεναν στη μέριμνα του Θεού…
Τα καμιόνια κατένεμαν το μισοπεθαμένο φορτίο τους σε διάφορους «χώρους υποδοχής», κατά προτίμηση στα γήπεδα των αθλητικών συλλόγων και στον Ιππόδρομο. Άρχιζε τότε το δεύτερο μέρος του Γολγοθά.
Ένας ανθυπολοχαγός στον Ιππόδρομο ξεχώρισε ανάμεσα στις εκατοντάδες των κρατουμένων τον Ηλία Ηλιού, ηλικίας 65 χρονών, πολιτικό ηγέτη και νομομαθή διεθνούς κύρους. Έβγαλε το πιστόλι του και με την λαβή τον κτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Το θύμα κυλίστηκε στο χώμα αιμόφυρτο, αλλά ο γενναίος ανθυπολοχαγός με ορμή μανιακού συνέχισε να χτυπάει το λιποθυμισμένο κορμί ενός ανθρώπου που είχε λαμπρύνει το ελληνικό κοινοβούλιο.
Σ’ ένα άλλο στρατόπεδο, κάποιος κρατούμενος — αγνώστου ονόματος και επωνύμου — όντας ακόμη υπό την επήρεια του εφιαλτικού ξαφνιάσματος της νυκτερινής απαγωγής του, πλησίασε έναν φρουρό στρατιώτη και τον ρώτησε πού μπορούσε να βρει λίγο νερό γιατί διψούσε. Ο δεσμοφύλακας κοίταξε αυτόν τον άνθρωπο απορημένος με το θράσος του. Ο λοχαγός του σε μια διδακτική ομιλία είχε επιστήσει την προσοχή των ανδρών. Οι κρατούμενοι — είχε πει — είναι σατανάδες.
Αρχίζουν με ένα δήθεν αθώο αίτημα για ψωμί ή για νερό. Και καταλήγουν σε στάσεις. Προκειμένου να δυσφημίσουν τον εθνικό στρατό δεν τους νοιάζει να φάνε και μερικές βουρδουλιές. Ή και καμιά σφαίρα. Δέρνοντας όμως ή σκοτώνοντας έναν απ’ αυτούς τους σατανάδες κάνεις καλό. Γιατί οι άλλοι λουφάζουν και γίνονται αρνάκια.
Το παν είναι ο παραδειγματισμός. Θυμάται τα σοφά αυτά λόγια ο στρατιώτης -δεσμοφύλακας και είναι πανέτοιμος να μην αφήσει τον εαυτό του να παγιδευτεί από τούτον τον σατανά που στέκεται μπροστά του. Ο άλλος κοιτάζει τον αμίλητο στρατιώτη με το προτεταμένο όπλο και αναρωτιέται μην είναι κουφός. «Νερό», του φωνάζει δυνατότερα και κάνει ένα βήμα ακόμη για ν’ ακουστεί. (Έχει δίκιο ο λοχαγός… Αυτός ο σατανάς έρχεται να μου πάρει το όπλο. Θάχουν έτοιμη την εξέγερση… Αμ, δε…). Το δάχτυλο πίεσε τη σκανδάλη. Ο κρατούμενος δέχτηκε τη σφαίρα κατάστηθα και με ολάνοιχτα μάτια άφησε την τελευταία του πνοή. Τα μεγάφωνα του στρατοπέδου ούρλιαζαν: «Η Εθνική Επανάστασις του Στρατού επεβλήθη αναιμάκτως…».
Τέσσερες μέρες μετά το πραξικόπημα η αναίμακτη «Επανάσταση» δολοφόνησε έναν ακόμη κρατούμενο. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ελλής και εκρατείτο στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός ο απεσταλμένος των «Τάιμς» του Λονδίνου απευθύνθηκε στον υπουργό Δημοσίας Τάξεως Παύλο Τοτόμη και τον ερώτησε αν είναι ακριβής η πληροφορία. Ο Τοτόμης κύτταξε τα χαρτιά του και απάντησε: «Ναι, κάποιος κρατούμενος ονόματι Ελλής απεπειράθη να δραπετεύσει. Ο σκοπός επυροβόλησε προς εκφοβισμόν και τον εφόνευσε».
Η αλήθεια είναι διαφορετική. Και περιέχεται στην αναφορά του διοικητού του στρατοπέδου επίλαρχου Ν. Παπαδομανωλάκη, η οποία έχει ως εξής:
«Αριθμός 6344. Προς ΣΥΤ. Ο Επίλαρχος Νικόλαος Παπαδομανωλάκης, Β.Σ.Τ. 902 τη 25/4/1967 Θέμα: Θανάσιμος τραυματισμός κρατουμένου.
Εν συνεχεία τηλεφωνικής μου αναφοράς, αναφέρεται ότι την 25/4/1967 εξετέλουν τα καθήκοντα επικεφαλής Φρουράς κρατουμένων εις Ιππόδρομον Νέου Φαλήρου.
Την 17.40′ ώραν της ανωτέρω ημερομηνίας ηκούσθησαν πυροβολισμοί τινες εκ του έξωθι του στρατοπέδου χώρου και καθ’ ην στιγμήν ο κρατούμενος ιδιώτης Ελλής ή Γιαλίς Παναγιώτης (κάτοικος Αθηνών, Παρασίου 18, Η’ Αστυνομικόν Τμήμα) επέστρεφεν εις τον θάλαμον κρατουμένων μετά 5 ή 4 συγκρατουμένων μεθ’ ων είχεν εξέλθει δια σωματικήν του ανάγκην.
Ο μόνιμος ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος κατά την στιγμήν εκείνην εις μικράν απόστασιν από του θαλάμου των κρατουμένων, διέταξε την ταχυτέραν είσοδον εντός του θαλάμου, ενώ ταυτοχρόνως επυροβόλησε σχεδόν ε ξ επαφής τον κρατούμενον Ελλήν ή Γιαλίν Παν. διότι εσχημάτισε την γνώμην ότι ούτος παρεξέκλινε της ακριβούς κατευθύνσεώς του ίνα εισέλθη εις θάλαμον (ως είχε διατάξει) με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανασίμως.
4) Εις τον τραυματισθέντα κρατούμενον παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι υπό συγκρατουμένων ιατρών (τεχνηταί άναπνοαί — μαλάξεις καρδίας), πλην ούτος μετά 3′ απεβίωσεν.
Ο νεκρός παρεδόθη εις τον ιατρόν του 401 Γ.Σ.Ν.Ε. (Στρατιωτικού Νοσοκομείου) Κειμηνάκην Δημήτριον, όστις προσήλθε τη αιτήσει μου εις Ιππόδρομον Φαλήρου άμα τω τραυματισμώ του κρατουμένου διά την ενέργειαν των δεόντων.
Παράκλησις διατάξητε ό,τι δει επί των ανωτέρω.
Υπογραφή Ν. Παπαδομανωλάκης»
*****************************
Η επιχείρηση «Συλλήψεις επικινδύνων στοιχείων» συνεχίστηκε την άλλη μέρα, και τις επόμενες μέρες, εξακολουθεί ακόμη και τώρα έπειτα από τόσα χρόνια. Είναι το μεγάλο όπλο του ψυχολογικού πολέμου. Η αγχώδης φοβία της συλλήψεως. Πιο δυνατό από την ίδια τη σύλληψη. Πολύ αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1968, η ιταλική τηλεόραση αφιέρωσε ένα ζωντανό ρεπορτάζ με τον τίτλο: «Το θάρρος της αναμονής». Τέσσερες νεαρές Ελληνίδες αψήφησαν τους κινδύνους αντιποίνων και έδωσαν με λίγα λιτά λόγια η κάθε μια το οικογενειακό τους δράμα. Και οι τέσσερες είναι κόρες που και οι δυο γονείς τους βρίσκονται στα στρατόπεδα.
«…Θυμάμαι πως εκείνο το πρωινό της 21 Απριλίου, όταν ακούσαμε στο ραδιόφωνο για το τι είχε συμβεί στη χώρα μας, βρισκόμαστε στην κουζίνα…».
Αυτή που μιλάει είναι η Τερέζα, 17 χρονών. «Ο πατέρας μου, συνεχίζει, η μητέρα μου, η αδελφή μου, ο αρραβωνιαστικός της κι εγώ καθόμαστε στο τραπέζι. Το ραδιόφωνο ειδοποιούσε, ανάμεσα στα στρατιωτικά θούρια, ότι απαγορευόταν σε όλους να βγουν από τα σπίτια τους. Κοιτταζόμαστε χωρίς να βγάζουμε μιλιά. Ο πατέρας είχε ήδη κάνει έντεκα χρόνια φυλακή για τα πολιτικά του φρονήματα. Και είχε βγει μόλις πριν ένα χρόνο. Γνωρίσαμε λίγη χαρά μονάχα εκείνο το χρόνο. Ο πατέρας ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Έξω δεν ακουγότανε κανένας θόρυβος. Όλα είχαν βυθιστεί στην απόλυτη σιωπή, σα να ήταν βαθειά νύχτα.
»Στις έξη το απόγευμα οι στρατιώτες χτύπησαν την πόρτα. Μόλις μπήκαν μας ζήτησαν τις ταυτότητές μας. Ύστερα ρώτησαν τον πατέρα και την μητέρα αν ήσαν έτοιμοι…
»Ενώ το στρατιωτικό αυτοκίνητο έστριβε στη γωνιά του δρόμου, τους αποχαιρετούσαμε από το παράθυρο κάνοντας μια προσπάθεια να χαμογελάσουμε… Εκείνη τη νύχτα, θυμάμαι, δεν κοιμήθηκα στην κάμαρά μου. Πήγα σ’ ένα δωματιάκι μικρό, μια αποθηκούλα, και έμεινα εκεί όλη τη νύχτα. Ήθελα να νοιώσω το στένεμα εκείνο του χώρου, τους τοίχους να με πιέζουν».
****************************************
Καστρί. Είναι το μικρό ορεινό καταπράσινο προάστιο μεταξύ Κηφισιάς και Εκάλης, είκοσι χιλιόμετρα από την Αθήνα. Εκεί ζούσε από πολλές δεκαετίες ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο 78 χρονών αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου, πρώην πρωθυπουργός. Στη συνείδηση του δημοκρατικού λαού ο Παπανδρέου ήταν καθιερωμένος κάτι σαν πατριάρχης της δημοκρατίας. Το σπίτι που μένει είναι μικρό, παμπάλαιο και ασήμαντο. Το γεγονός όμως ότι στεγάζει τον Παπανδρέου του έχει προσδώσει — όπως και γενικότερα στο Καστρί — την αίγλη θεσμικού συμβόλου.
Ολόκληρη την ημέρα της Πέμπτης ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε εργασθεί σκληρά. Οι εκλογές είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου και παρ’ όλο που για την Ένωση Κέντρου φαινόταν ένας «εύκολος περίπατος», ίσως ακριβώς γι’ αυτό ο Παπανδρέου αντιμετώπιζε σχεδόν άλυτα προβλήματα. Ο καταρτισμός των εκλογικών συνδυασμών παρουσίαζε τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Για τις 300 θέσεις των υποψηφίων βουλευτών του κόμματος μάχονταν πάνω από χίλιοι… Μοιραίως οι 700 θαμεναν με ανικανοποίητες τις φιλοδοξίες τους. Έπειτα ήταν η διαμάχη μεταξύ της κεντροαριστεράς παρατάξεως (Ανδρέας Παπανδρέου) και της κεντροδεξιάς.
Ο γηραιός πολιτικός ήταν ένα είδος διαιτητού και με το αδιαφιλονίκητο κύρος του εξισορροπούσε τις αντίρροπες τάσεις, διατηρώντας άθραυστη την ενότητα του μεγαλύτερου ελληνικού κόμματος. Αυτή τη φορά όμως οι συνδυασμοί είχαν καταρτισθεί από το «Γέρο», με κριτήρια που έντονα ευνοούσαν την κεντροδεξιά. Ο Ανδρέας και οι φίλοι του ήσαν δυσαρεστημένοι. Παρά τις ισχυρές πιέσεις που αντιμετώπιζε ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ανυποχώρητος. Η στάση του φαινόταν ανεξήγητη. Η σύνθεση των συνδυασμών ήταν σαφώς αντίθετη με το λαϊκό αίσθημα. Έμοιαζε σα να κρυβόταν πίσω από τις αποφάσεις του αρχηγού κάποιο αυστηρά απόρρητο μυστικό. Ποιο όμως;
Ήταν Πέμπτη. Και την Κυριακή άρχιζε από τη Θεσσαλονίκη ο προεκλογικός αγώνας. Ο Παπανδρέου αφού τέλειωσε με τον πονοκέφαλο των εκλογικών συνδυασμών ασχολήθηκε με την διατύπωση των βασικών γραμμών του λόγου που θα εκφωνούσε στη μακεδονική πρωτεύουσα. Ήταν ένας λόγος μετριοπαθής. Γύρω στις δέκα του τηλεφώνησαν στο εμπιστευτικό τηλέφωνό του. Ποιος ήταν; Κανείς δεν ξέρει. Μετά το τηλεφώνημα ο «Γέρος» φάνηκε σκυθρωπός και ανήσυχος. Κατά τη μιάμιση κάλεσε στο τηλέφωνο το δημοσιογράφο Γ.Κ. Δεν ήταν στο γραφείο του. Άφησε παραγγελία να επικοινωνήσει μαζί του οποιαδήποτε ώρα εμφανιζότανε και ξαναμπήκε στο μικρό ιδιαίτερο γραφείο του. Άνοιξε συρτάρια, ξεσκάλισε χαρτιά, έσκισε κάτι προσωπικές σημειώσεις του. Τώρα ήταν ήρεμος και έδινε την εντύπωση ότι ήταν «έτοιμος». Πριν τα μεσάνυχτα αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά του. Γδύθηκε, φόρεσε τις πυτζάμες του και κατακλίθηκε. Αλλά ο ύπνος δεν τον έπαιρνε.
Στις 2.30′ μετά τα μεσάνυχτα δυο στρατιωτικά αυτοκίνητα σταμάτησαν λίγο πιο κάτω από το σπίτι του αρχηγού. Ο επικεφαλής λοχαγός χτύπησε δυνατά το κουδούνι της εξωτερικής πόρτας, ενώ οι πάνοπλοι στρατιώτες κατελάμβαναν όλες τις πιθανές εξόδους, από τις οποίες ήταν δυνατόν να διαφύγει ο Γεώργιος Παπανδρέου…
Άνοιξε ο προσωπικός φίλος και φρουρός του αρχηγού αντισυνταγματάρχης της χωροφυλακής Δημήτριος Καράμπελας. Ο λοχαγός τον παραμέρισε και όρμησε πάνω κατ’ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο του Προέδρου. Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα την άνοιξε και με το πιστόλι στο χέρι μπήκε μέσα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν όρθιος. Είχε ακούσει το θόρυβο των αυτοκινήτων. Είχε μαντέψει το σκοπό της νυκτερινής επισκέψεως.
—Αι ένοπλοι δυνάμεις, παπαγάλισε ο λοχαγός, ανέλαβαν την διακυβέρνησιν της πατρίδος. Διά λόγους προστασίας σας παρακαλώ να με ακολουθήσετε.
— Ευχαριστώ για την προστασία, απάντησε με πικρό χιούμορ ο Παπανδρέου.
Μπήκε στο μπάνιο και ντύθηκε. Κατέβηκε τη σκάλα, ασπάσθηκε τον Καράμπελα και μπήκε στο αυτοκίνητο που του υπέδειξε ο λοχαγός.
Ανάλογη «προστασία» παρασχέθηκε και στον πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Δυο στρατιωτικά αυτοκίνητα ανέβηκαν αγκομαχώντας την οδό Λουκιανού και σταμάτησαν στον αριθμό 15 της Ξενοκράτους — στους πρόποδες του Λυκαβητού — όπου το μικροαστικό διαμέρισμα της πρωθυπουργικής κατοικίας. Οι επικεφαλής δυο λοχαγοί ανέβηκαν αστραπιαία στο δεύτερο όροφο, ενώ οι δυο φρουροί αστυφύλακες παρακολουθούσαν αδιάφοροι την παραβίαση του οικογενειακού ασύλου του πρωθυπουργού. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε ξυπνήσει από το θόρυβο. Πρόφτασε και πήρε ένα περίστροφο και προτείνοντάς το κράτησε σε απόσταση τους λοχαγούς που είχαν μπει.
—Τι θέλετε εδώ;
— Εκτελώμεν διαταγάς.
—Ο Ανδρέας Παπανδρέου σας έστειλε;
Προτού πάρει απάντηση ανεγνώρισε τον έναν από τους λοχαγούς. Ήταν γνωστός φανατικός οπαδός της δεξιάς.
—Ακολουθείστε μας, διέταξαν οι αξιωματικοί. Οι στιγμές είναι κρίσιμες.
—Θα επικοινωνήσω πρώτα με τον αρχηγό του επιτελείου και…
Προτού αποτελειώσει τη φράση ο ένας από τους λοχαγούς είχε αφοπλίσει τον πρωθυπουργό.
— Κύριε Κανελλόπουλε — είπε — τα λόγια είναι περιττά. Ντυθείτε και ακολουθείστε μας.
Ο πρωθυπουργός μπήκε στο μπάνιο για να ντυθεί. Η σύζυγός του, που είχε μείνει στην κρεβατοκάμαρα, μπόρεσε να σχηματίσει έναν αριθμό τηλεφώνου. Μα ένας από τους επιδρομείς άκουσε το θόρυβο, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και της άρπαξε βίαια το ακουστικό από το χέρι. Ο άντρας της βγήκε από το μπάνιο ντυμένος και ακολούθησε τους δυο λοχαγούς. Εκείνη τη στιγμή κουδούνισε το τηλέφωνο. Προτού προφτάσουν να τον εμποδίσουν πήρε το ακουστικό. Αλλά σχεδόν αμέσως η γραμμή νεκρώθηκε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν ο πρωθυπουργός άκουσε τη φωνή του βασιλιά Κωνσταντίνου που ρωτούσε: «Τι συμβαίνει;»
— Μα δεν σέβεσθε ούτε τον βασιλέα; είπε έξαλλος ο Κανελλόπουλος στρεφόμενος προς τους στρατιωτικούς.
. Οι διαμαρτυρίες, οι απειλές, οι δυνατές φωνές του απαγόμενου ξύπνησαν μεν την πολυκατοικία, αλλά δεν σταμάτησαν την πορεία της μοίρας. Μισός αιώνας επιστημονικής μελέτης και έντονης δράσεως δεν είχε ωριμάσει τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ίσως να τον ωρίμασε η πικρή εμπειρία λίγων στιγμών εκείνη τη νύχτα της Πέμπτης…
Το Ψυχικό θεωρείται κάτι σαν ιδιοκτησία της αμερικανικής παροικίας. Εκεί μένουν οι ανώτεροι υπάλληλοι της πρεσβείας, των διαφόρων αποστολών, της CIA. Εκεί έμενε με την οικογένειά του και ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου, ο υπ’ αριθμόν ένας στόχος της CIA. Στις 2 το πρωί ξύπνησε από άγρια χτυπήματα στην πόρτα. Αλληλοκυττάχτηκαν με τη Μάργκαρετ. Τα χτυπήματα ηχούσαν σαν το πλησίασμα του θανάτου. Τι ήταν ακριβώς; Δικτατορία του στρατού ή επιδρομή ανεύθυνων δολοφόνων της άκρας δεξιάς; Με το ένστικτο της στιγμής ο Ανδρέας έτρεξε στην ταράτσα και από κει στη στέγη του σπιτιού. Μάταιη ελπίδα. Το σπίτι ήταν ζωσμένο από παντού. Όταν έσπασε με τα τσεκούρια η εξωτερική πόρτα οκτώ αξιωματικοί εισέβαλαν με ένα οπλοπολυβόλο, πιστόλια και προτεταμένες λόγχες.
— Πού είναι;
—Δεν είναι εδώ.
Σαν πεινασμένα θηρία που τους ξεφεύγει η λεία ξεχύθηκαν οι στρατιωτικοί στους χώρους του σπιτιού. Αναποδογυρίζοντας κρεβάτια, πετώντας τα παιδιά κάτω, σκίζοντας με τις λόγχες τον ιματισμό μέσα στα ντουλάπια, καταστρέφοντας το παν, άφριζαν από την αποτυχία. Τότε ένας αξιωματικός άρπαξε το μεγάλο τους γιο Γιώργο και στηρίζοντας την κάνη του περιστρόφου στο κεφάλι του παιδιού φώναξε: «Θα σε σκοτώσω αν δεν πεις πού είναι ο πατέρας σου».
Από τη στέγη ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα: «Παραδίδομαι».
Πήδησε στη βεράντα. Παραπάτησε και χτύπησε το πόδι του. Κουτσαίνοντας ακολούθησε τους διώκτες του…
(Από το προσωπικό μου ημερολόγιο).
Σάββατο 22 Απριλίου 1967. «Εκείνο που με παραξένεψε, έλεγε και ξανάλεγε ο ταξιτζής, είναι το «γιατί». Είμαστε άνθρωποι ή άγρια θηρία της ζούγκλας; Το να τσακωθείς, να θυμώσεις, να σηκώσεις χέρι, ακόμη και να σκοτώσεις πάνω στο θυμό σου το καταλαβαίνω. Μα να σκοτώσεις χωρίς λόγο, έτσι γιατί κρατάς ένα όπλο, και δεν φοβάσαι ότι θα τιμωρηθείς, τι να σας πω, είναι πολύ κακό σημάδι…».
Το ταξί συνέχιζε την πορεία του. Καθόμουνα στην μπροστινή θέση και προσπαθούσα με διακριτικές μικροδιακοπές («πότε», «πού», «ποιος») να κατευθύνω τον μονόλογο του ταξιτζή από το κήρυγμα προς την «πληροφορία». Με πήγαινε από την οδό Σταδίου στην πλατεία Αμερικής. Πιάσαμε κουβέντα κι όταν σχημάτισε τη γνώμη ότι δεν ήμουνα άνθρωπος της Χούντας μου άνοιξε διάπλατα την καρδιά του.
Είχαμε φτάσει στην Πατησίων, στο ύψος του Μουσείου. Λίγο πιο πέρα έκοψε ταχύτητα και με φανερή ταραχή μου έδειξε: «Να εδώ, σε τούτη τη μεριά του πεζοδρομίου. Μπορεί ακόμη να υπάρχουν σημάδια…». Τον παρακάλεσα να σταματήσει κάπου για να δούμε από κοντά. Μπήκε σ’ ένα στενό δρομάκι, παρκάρισε παράνομα και κατεβήκαμε. Διασχίζοντας το κατάστρωμα της Πατησίων φτάσαμε στο αντικρινό πεζοδρόμιο και με οδήγησε στο σημείο «εκείνο». Ήταν μέρα μεσημέρι. Κόσμος πολύς. «Πρόσεξε, μου λέει, μη με κάψεις και καείς και συ… Κάνε πως μιλάμε… Να εδώ, αριστερά… Ακόμη υπάρχει αίμα… (Το χρώμα του προσώπου του είχε γίνει άσπρο. Η θύμηση της τραγωδίας τον παρέλυε). Κι εκεί, αυτό το παράθυρο του υπογείου είναι του σπιτιού μου».
Με όση μπορούσα φυσικότητα άφησα να πέσουν τα κλειδιά μου στο σημείο που έδειχνε. Έσκυψα να τα πάρω. Πραγματικά υπήρχαν κάτι μικροί λεκέδες. Έμοιαζαν με ξεραμένες σταγόνες αίμα… Με τράβηξε από τον ώμο. Ξαναμπήκαμε στο ταξί και ξεκινήσαμε αμίλητοι.
«Πάμε να πιούμε κάπου ένα καφέ να συνέλθουμε», μου είπε σε λίγο. «Θα στα πω όλα».
Με πήγε σε ένα απόμερο καφενεδάκι. Παραγγείλαμε καφέδες, ήπιε δυο καφτές ρουφηξιές και άρχισε να μιλάει:
«Κάθουμαι εκεί που σούδειξα. Ένα υπογειάκι που σειέται ολόκληρο νύχτα-μέρα από τα αυτοκίνητα. Σκέψου τι γινότανε τη νύχτα της Πέμπτης. Πιάνω δουλειά στις 6 το πρωί και πρέπει να κοιμάμαι νωρίς. Ειδικά την Παρασκευή έπρεπε να ξυπνήσω πολύ νωρίτερα. Η κοπέλα του πρώτου ορόφου με είχε παρακαλέσει να την πάρω στις τέσσαρες να την πάω με το ταξί στον Πειραιά. Την περίμεναν οι γονείς της στις Σπέτσες και ήθελε να προφτάσει το πρώτο καράβι.
Κατά τις δυόμιση ξύπνησα τρομαγμένος. Σα να γινότανε σεισμός. Η γυναίκα μου είχε ξυπνήσει πριν από μένα και κοίταζε από το παράθυρο στο δρόμο. Πλησίασα κι εγώ να δω τι συμβαίνει. Ο δρόμος γεμάτος από κάτι μεγαθήρια τανκς. Οι μπούκες των κανονιών στριφογύριζαν έτοιμες να ρίξουν. Τι να συμβαίνει, βρε γυναίκα; Μήπως ήξερε κι αυτή; Το πήρα απόφαση ότι ύπνος τέρμα. Η γυναίκα μούφκιαξε καφεδάκι, άναψα τσιγάρο και ξέμεινα στο παράθυρο με σβηστό το φως. Κατά τις τέσσερες το πρωί, ήταν ακόμη νύχτα, άκουσα την εξώπορτα της πολυκατοικίας ν’ ανοίγει. Κοίταξα προς τα κει και είδα την κοπέλα του πρώτου ορόφου να βγαίνει κρατώντας ένα βαλιτσάκι και να στέκεται ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Τρελάθηκε; είπα μέσα μου. Δεν βλέπει τον χαλασμό του κόσμου; Έχει γούστο να περιμένει να φανώ με το ταξί. Και δεν υπάρχει τρόπος να την ειδοποιήσω. Στο δρόμο μια φορά δεν βγαίνω.
Το κορίτσι στεκότανε ακίνητο στη μέση του πεζοδρομίου, ξαφνιασμένο με ό,τι έβλεπε. Έπρεπε να την ειδοποιήσω. Μισάνοιξα το παράθυρο και τη φώναξα με τ’ όνομά της. Ο θόρυβος σκέπαζε τη φωνή μου. Ξαναφώναξα. Τίποτα. Την έβλεπα να κοιτάζει μέσα στο σκοτάδι δεξιά κι αριστερά. Έκανε μερικά βήματα αδημονίας. Αν ερχόταν προς το παράθυρό μου ίσως να μ’ άκουγε. Κρύος ιδρώτας άρχιζε να με λούζει. Τι να σας πω… είχα ένα άσχημο προαίσθημα. Σε κάποια στιγμή το κορίτσι ήρθε δυο βήματα πιο κοντά μου, αλλά προτού προλάβω να της φωνάξω ξαναγύρισε στην αρχική της θέση και μάλιστα ξεμάκρυνε προς την άκρη του πεζοδρομίου. Η απόσταση που μας χώριζε είχε μεγαλώσει. Τότε ξαφνικά μούρθε στο νου κάτι άλλο.
Εγκατέλειψα το παρατηρητήριό μου, ανέβηκα από το υπόγειο στην είσοδο της πολυκατοικίας και άνοιξα την εξώπορτα. Κείνη ακριβώς τη στιγμή ένα από τα τανκς που προχωρούσαν έκοψε, ξεμάκρυνε λίγο από τ’ άλλα και στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου, αντίκρυ ακριβώς από την κοπέλα. Ο αξιωματικός σήκωσε το κεφάλι του από τον πυργίσκο και ούρλιαξε:
—Αλτ, ή πυροβολώ!
Λαχτάρησε το καημένο το κορίτσι κι έκανε ένα βήμα πίσω, φέρνοντας το χέρι στην καρδιά. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να νοιωσε αυτό πού νοιωσα κι εγώ: το χρόνο, τη ζωή, τα ιδανικά, την αλήθεια, ό,τι έχει αξία σε τούτον τον τρελό κόσμο, να κόβονται με το μαχαίρι. Ο θάνατος ήταν κοντά. Τον αισθανόμουνα, σας λέω, τον έβλεπα νάρχεται… Και ήρθε ο άτιμος. Άκουσα το κροτάλισμα του πολυβόλου. Οι σφαίρες γάζωσαν το κορμί του κοριτσιού. Το άμοιρο έκανε ένα βήμα μπρος. Ξέρασε αίμα. Και σωριάστηκε κουλουριασμένο κι άψυχο πάνω στο αυλάκι με το αίμα του. Στο αριστερό χέρι εξακολουθούσε να κρατάει το βαλιτσάκι…
— Και το τανκ;
—Σα να μην έγινε τίποτα. Ξεκίνησε, ενώθηκε με τα άλλα και συνέχισε την πορεία του με τραγούδια.
— Και το πτώμα του κοριτσιού;
—Έμεινε κει ως το πρωί. Κατά τις οκτώ ήρθε σταλμένο, φαίνεται, ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο. Δυο φαντάροι κατέβηκαν, βάλαν το πτώμα σ’ ένα τσουβάλι και το πέταξαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Έπειτα καθάρισαν το πεζοδρόμιο από το αίμα. Έμειναν όμως μερικά πιτσιλίσματα. Εκείνα που είδατε…».
Σταμάτησε να μιλάει. Απλώθηκε σιωπή. Η έκφρασή του ήταν πελιδνή. Υπέφερε. «Φταίω κι εγώ, είπε. Λίγο κουράγιο αν είχα, το κορίτσι θα ζούσε. Έπρεπε να βγω στο δρόμο και να το φωνάξω. Πέστε μου και σεις, δεν φταίω;».
—Όλοι φταίμε.
Δεν το κατάλαβε αυτό. Στο καφενείο το ραδιόφωνο μετέδιδε: «Ησυχία, Τάξις και Ασφάλεια επικρατούν καθ’ άπασαν την χώραν. Η Επανάστασις, επιβληθείσα αναιμάκτως, βαδίζει εις την εκπλήρωσιν των μεγάλων πεπρωμένων της…».
*********************************
Στην οδό Χρυσανθέμων, στο χολλ του παλιού αρχοντικού, οι δυο άντρες τονώνουν τα κουρασμένα νεύρα τους ρουφώντας δυνατό τούρκικο καφέ.
Κοντεύει να ξημερώσει. Πέρα στα νταμάρια του Γαλατσίου αχνοροδίζει η απριλιάτικη αυγή.
21 Απριλίου 1967. Ημέρα Παρασκευή.
Το τηλέφωνο κουδουνίζει. Ακούγεται η ίδια γνώριμη φωνή:
—Λοιπόν; ρωτάει ο ξένος.
— Επιτυχία 100%.
—Αντίδραση του εχθρού;
— Μηδέν. Σ’ ολόκληρη τη χώρα επικρατεί ο Νόμος και η Τάξις.
Πηγή: Γιάννης Κάτρης, η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, εκδόσεις Παπαζήσης, 1974


Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και η Χούντα των Συνταγματαρχών – Χρονικό της αντίστασης

Το πραξικόπημα
Το πρωί της 21ης Απρίλη οι κάτοικοι της Αθήνας αντίκρισαν ένα σκηνικό πραγματικού τρόμου. Τανκς, στρατιωτικά οχήματα και περιπολίες στρατιωτικών στους δρόμους δεν άφηναν αμφιβολία ότι τη νύχτα που πέρασε είχε «γεννήσει» στη χώρα τη στρατιωτική δικτατορία. Το ραδιόφωνο από πολύ νωρίς μετέδιδε στρατιωτικά εμβατήρια και συνθήματα, που έκαναν λόγο για κάποια… επανάσταση, η οποία είχε κυριαρχήσει στα πολιτικά πράγματα.
Στις 6.30 π.μ. μεταδόθηκε ανώνυμη ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι «λόγω της εκρύθμου καταστάσεως από του μεσονυκτίου ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας». Λίγο αργότερα μεταδόθηκε και βασιλικό διάταγμα, με το οποίο αναστέλλονταν τα άρθρα 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του Συντάγματος περί ατομικών δικαιωμάτων, ελευθεριών κλπ. Τέλος, μεταδόθηκαν ανακοινώσεις για απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων και πολιτών στους δρόμους της Αθήνας, ανάληψης χρημάτων από τις τράπεζες, για διακοπή των μαθημάτων στα σχολεία, για κλείσιμο του χρηματιστηρίου κ.ο.κ.
Οι πραξικοπηματίες είχαν κινηθεί βάσει σχεδίου από τις 2 π.μ. της 21ης Απρίλη. Γρήγορα κατέλαβαν το Πεντάγωνο, τα βασικά υπουργεία και υπηρεσίες, τις τηλεπικοινωνίες και τους ραδιοσταθμούς. Επίσης συνέλαβαν το νόμιμο πρωθυπουργό Π. Κανελλόπουλο, υπουργούς, πολιτικούς ηγέτες, απλούς πολίτες και, κυρίως, κομμουνιστές και αριστερούς. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μέχρι τις 30 Απρίλη είχαν συλληφθεί 8.270 άνδρες και γυναίκες, από τους οποίους οι 6.118 εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Σύμφωνα, όμως, με τους υπολογισμούς των πολιτικών κομμάτων και των ξένων δημοσιογράφων, οι συλλήψεις έφτασαν τις 10.000 με 12.000. Αυτούς που συνέλαβε η αστυνομία της Αθήνας τους μετέφεραν στην αρχή, για μερικές μέρες, στον Ιππόδρομο του Φαλήρου.
Οσους συνέλαβε η αστυνομία Πειραιά τους μετέφεραν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, ενώ οι συλληφθέντες από τα προάστια μεταφέρθηκαν στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια.
Το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη διευθύνθηκε από μια ηγετική ομάδα 15 στρατιωτικών – κατά βάση συνταγματαρχών και αντισυνταγματαρχών – στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος (ο δικτάτωρ), ο συνταγματάρχης Ν. Μακαρέζος και ο ταξίαρχος Στ. Παττακός. Ενα βασικό χαρακτηριστικό των οργανωτών του πραξικοπήματος ήταν πως όλοι τους ανήκαν ή είχαν στενές σχέσεις με την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, την περιβόητη ΚΥΠ. Από τους 24 κατηγορούμενους που δικάστηκαν μετά τη μεταπολίτευση ως πρωταίτιοι για το πραξικόπημα, οι περισσότεροι είχαν θητεύσει στην ΚΥΠ ή στο Β` Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ΚΥΠ, η οποία επίσης ήταν συνδεδεμένη με τη CIA, που σημαίνει ότι στο πραξικόπημα είχαν αναμειχθεί και οι Αμερικάνοι.
Οι πρώτες εκδηλώσεις αντίστασης και οι πρώτοι νεκροί
Οι πραξικοπηματίες ισχυρίστηκαν ότι το πραξικόπημα ήταν αναίμακτο. Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Αλέξανδρος Ζαούσης κάνει λόγο για πέντε νεκρούς τη «νύχτα της «Εθνοσωτηρίου»». Πιο γνωστή, όμως, είναι η περίπτωση της δολοφονίας του κομμουνιστή Παναγιώτη Ελή που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στις 25 Απρίλη στον Ιππόδρομο από τον ανθυπίλαρχο Κώτσαρη Κωνσταντίνο.
Οι λαϊκές αντιδράσεις τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος ασφαλώς δεν ήταν αυτές που θα περίμενε κανείς. Ο πολιτικός κόσμος που θα μπορούσε να προετοιμάσει, να προκαλέσει και να ηγηθεί τέτοιων αντιδράσεων, δηλαδή η ΕΔΑ κι ένα τμήμα του Κέντρου, πιάστηκε στον ύπνο, ενώ το ΚΚΕ ήταν παράνομο, με την ηγεσία του εκτός Ελλάδος και χωρίς παράνομες κομματικές οργανώσεις στη χώρα. Λίγες μέρες πριν το πραξικόπημα, ο Ανδρέας Παπανδρέου καθησύχαζε την Αριστερά ότι το πραξικόπημα είχε πάρει αναβολή. Ο ίδιος, ως φαίνεται, περίμενε την εκδήλωσή του από τους στρατηγούς, από τον κύκλο των οποίων είχε πιθανόν κάποια πληροφόρηση. Στο πνεύμα αυτό, στην ΕΔΑ γίνονταν συζητήσεις με θέμα «Γιατί δε θα γίνει πραξικόπημα» (Ο Λ. Κύρκος διαβεβαίωνε τότε όσους αγωνιούσαν ότι «το 1967 δεν είναι 1936») και η αρθρογραφία της «Αυγής» των τελευταίων ημερών είχε επικεντρωθεί ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Με βάση όλα τα παραπάνω, εξηγείται και η απουσία σημαντικής λαϊκής αντίδρασης στην επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών. Εντούτοις κάποια λαϊκά ξεσπάσματα υπήρξαν.
Το μεσημέρι της 21ης Απρίλη, στα Γιάννενα σημειώθηκε η πρώτη λαϊκή αντίδραση στο πραξικόπημα, όταν πολλοί φοιτητές με καθηγητές τους συγκεντρώθηκαν γι’ αυτό το λόγο στο προαύλιο του Πανεπιστημίου της πόλης παρουσία και του δημάρχου. Η Χωροφυλακή που επενέβη συνέλαβε 14 φοιτητές και τον δήμαρχο.
Στο Ηράκλειο της Κρήτης ο λαός βγήκε στους δρόμους και πραγματοποίησε μεγάλη συγκέντρωση στην Πλατεία Ελευθερίας, την οποία η Χωροφυλακή δεν κατάφερε να διαλύσει, με αποτέλεσμα να επέμβουν στρατιωτικά τμήματα, τα οποία χρησιμοποίησαν πραγματικά πυρά. Ενας διαδηλωτής, ο Αγγελος Τσαγκαράκης, τραυματίστηκε και 30 άτομα συνελήφθησαν. Μικρές λαϊκές αντιδράσεις εκδηλώθηκαν και σε άλλα σημεία της χώρας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δικτατορία κατάφερε να επιβληθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και η χώρα μετατρεπόταν σε ασθενή στα χέρια του …χειρουργού Γ. Παπαδόπουλου, ο οποίος, στην πρώτη συνέντευξη Τύπου που έδωσε για λογαριασμό του νέου καθεστώτος, δήλωσε με απόλυτο κυνισμό για τις προθέσεις αυτού και των ομοίων του: «Μην ξεχνάτε κύριοι ότι ευρισκόμεθα ενώπιον ενός ασθενούς, τον οποίο να έχωμεν επί της χειρουργικής κλίνης και τον οποίον εάν ο χειρουργός δεν προσδέση κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως επί της χειρουργικής κλίνης, υπάρχει περίπτωσις αντί διά της εγχειρήσεως να του χαρίση την αποκατάστασιν της υγείας του, να τον οδηγήση εις τον θάνατον… Οι περιορισμοί τους οποίους θα επιβάλωμεν είναι το δέσιμον του ασθενούς επί της κλίνης διά να υποστή ακινδύνως την εγχείρησιν».
Επτά ολόκληρα χρόνια κράτησε αυτό το χειρουργείο και το κόψε – ράψε των χειρουργών. Αλλά για να συμβούν όλα αυτά τεράστιες ευθύνες φέρνει και ο αστικός πολιτικός κόσμος.
Τι γέννησε τη δικτατορία
Για να μπορέσουμε να αναζητήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στο πραξικόπημα, είμαστε υποχρεωμένοι να στραφούμε στη δομή και στο περιεχόμενο του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ενός καθεστώτος που χωρίς αμφιβολία δεν ήταν μια συνηθισμένη αστική δημοκρατία.
Η πολιτική δημοκρατία μετά τον Εμφύλιο ήταν, το λιγότερο, υποτυπώδης, αφού μια μεγάλη κατηγορία του πληθυσμού βρισκόταν υπό διωγμό. Ο αντικομμουνισμός οργίαζε. Το εργατικό και ευρύτερα το μαζικό – λαϊκό κίνημα βίωνε ανείπωτες διώξεις και απαγορεύσεις. Το ΚΚΕ ήταν παράνομο. Ενα μεγάλο μέρος της ηγεσίας και της βάσης του βρισκόταν στην πολιτική προσφυγιά, εκτός Ελλάδος. Τα στελέχη, τα μέλη, οι οπαδοί του που βρίσκονταν στη χώρα, αλλά και οι αριστεροί – προοδευτικοί πολίτες ζούσαν καθημερινά τον τρόμο που προκαλούσε ο αντίπαλος με τις εκτελέσεις, τις φυλακίσεις τις εκτοπίσεις, το ανελέητο κυνηγητό των διωκτικών αρχών, το χαφιεδισμό και τη δράση του λεγόμενου παρακράτους που συντηρούνταν και ενισχυόταν από το ίδιο το κράτος, αφού ήταν στην πραγματικότητα μέρος του κράτους. Η οργάνωση αντισυγκεντρώσεων, η ενεργός συμμετοχή των παρακρατικών στο όργιο της βίας και νοθείας των εκλογών του ’61, αλλά και η οργάνωση δολοφονιών πολιτικών προσώπων, όπως έγινε, π.χ., στην περίπτωση του συνεργαζόμενου βουλευτή της ΕΔΑ Γρ. Λαμπράκη, φανερώνουν του λόγου το αληθές.
Σε ό,τι αφορά το μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα, αυτό συγκροτούνταν από τους εξής παράγοντες: Τα νόμιμα πολιτικά κόμματα, το παλάτι, το στρατό. Τα πολιτικά κόμματα – παρόλο που η δημοκρατία ήταν κοινοβουλευτική – βρίσκονταν αρκετά ανίσχυρα απέναντι στο στρατό και το παλάτι, πράγμα που φάνηκε περίτρανα αρκετές φορές, ενώ ο στρατός – υπό τον απόλυτο πάντα έλεγχο των αμερικανικών υπηρεσιών – ήταν μια αυτόνομη δύναμη που παρενέβαινε στις εξελίξεις και αποτελούσε τη χρυσή εφεδρεία του καθεστώτος, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να πάρει την εξουσία στα χέρια του – όπως και, τελικά, έκανε. Βεβαίως, ο αστικός πολιτικός κόσμος κατανοούσε τις ανάγκες εκσυγχρονισμού του πολιτικού του συστήματος, αλλά αυτό εμποδιζόταν από το παλάτι. Αυτή η αντίθεση συνέβαλε και στη φυγή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Παρίσι και στην παραίτηση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου το 1965. Αυτών των εξελίξεων γέννημα ήταν το πραξικόπημα και η 7χρονη δικτατορία.




 (πηγή: «Ιός», «Ελευθεροτυπία»)
https://erodotos.wordpress.com/2011/04/21/xoynta-1967/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου